Πέμπτη, Ιανουαρίου 20, 2011

Δουλειά ρέιιιιιι

Λοιπόν σήμερα με πήρε κάποιος τηλέφωνο και μου είπε: «Θα μπορούσα να σας ρωτήσω κάτι; Πρόκειται μήπως να χρειαστείτε κάποιον για δουλειά;». Αυτό μόνο. Δεν ανέφερε την επαγγελματική του ιδιότητα, δεν ανέφερε τίποτα άλλο. Αμφιβάλω ακόμα κι αν ήξερε που πήρε. Μπορεί να έπαιρνε τηλέφωνα έτσι στην τύχη..

Τρίτη, Δεκεμβρίου 21, 2010

Το σπίτι μου

Το σπίτι μου, μια πολυκατοικία σε φυγή, ντυμένη ένα γυάλινο φόρεμα από μάτια,
δίπλα στα πέτρινα κοστούμια των παλιών αριστοκρατών που δεν φαντάστηκαν ποτέ
την ματαιότητα του θεμελίου.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 13, 2010

Παιδί που χοροπηδά

Ανάμεσα στις σκιές των περαστικών, περασμένων, βιαστικών μεσηλίκων, που περπατούν έχοντας χάσει διαπαντός τη χαρά του βαδίζειν, που θα πει τη χαρά τη συνέχειας, ένα μικρό παιδί χοροπηδά και για μια στιγμή για πάντα μένει στον αέρα, όλο το σώμα, χέρια πόδια να σχηματίζουνε γωνίες, οδικές πινακίδες του χρόνου.

Ριζωμένο δέντρο

Ξαφνικά έβγαλε τα ρούχα της κι απόμεινε ολόγυμνη. Μετά πλησίασε το παράθυρο και εκεί μέσα στο κλειστό τζάμι είδε τη μορφή της μπερδεμένη με τα κλαδιά του δέντρου της αυλής. Ακολουθώντας μια ανίκητη παρόρμηση, άνοιξε το παράθυρο κι όρμισε έξω. Αγκάλιασε τον κορμό του δέντρου κι άρχισε να τρίβεται πάνω του με λαχτάρα ερωμένης. Το στήθος της μάτωσε, οι ρώγες κόπηκαν μα εκείνη, χωρίς να λογαριάζει πόνο συνέχισε να αγκαλιάζει βίαια το δέντρο. Όταν απόκαμε, ξάπλωσε στο χώμα. «Έτσι λαχτάρησα να ήταν. Σαν ριζωμένο δέντρο», ψιθύρισε κι απέμεινε έτσι γυμνή και ματωμένη να κοιτά τον φεγγάρι που ξεπρόβαλε ανάμεσα στα φύλλα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

Ο κύριος με τα μαύρα

Ο ουρανός έβρεξε απόψε έναν παράξενο άντρα ντυμένο στα μαύρα. Ο παράξενος κύριος κρατούσε στα χέρια του μια μεγάλη ομπρέλα. Με αυτή προσγειώθηκε στη γη και δεν την έκλεισε καθόλου, καθώς όλο το βράδυ η βροχή δεν έπαψε ούτε στιγμή. Ο κύριος με τα μαύρα περιπλανήθηκε επί ώρες στις πιο σκοτεινές πλευρές της πόλης. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι είναι αδιανόητο το πώς κατάφερε να επιβιώσει και να μην πέσει μέσα σε κάποιο από τα ανοιχτά φρεάτια ή τις απύθμενες λακκούβες του δρόμου. Κάποια άγρια σκυλιά που τον ακολούθησαν του επιτέθηκαν πολλές φορές, όμως μάταια. Ήταν σαν να δάγκωναν το ίδιο το σκοτάδι, τον αέρα. Ήταν προφανές ότι ο παράξενος επισκέπτης γνώριζε πολύ καλά που πήγαινε. Φαινόταν πως ήξερε πολύ καλά τους δρόμους και δεν δίστασε ούτε στιγμή για το ποια κατεύθυνση θα έπρεπε να ακολουθήσει. Παρόλα αυτά, τελικά αποδείχθηκε πως δεν είχε κάποιο προκαθορισμένο ραντεβού. Φυσικά στην πορεία του είχε αρκετές τυχαίες συναντήσεις: Για παράδειγμα μια ηλικιωμένη γυναίκα που περπατούσε μόνη στο δρόμο, ξαφνικά αισθάνθηκε έναν ανεξήγητο φόβο και κοντοστάθηκε. Όταν γύρισε πίσω της είδε τον άντρα με τα μαύρα να χάνεται στη γωνία του δρόμου. Αλλά και ένα μικρό κορίτσι που διάβαζε μόνο του στο δωμάτιό του, παρότι δεν το είπε σε κανέναν, τον είδε να περνά σαν ριπή έξω από το παράθυρό του. Κι άλλοι πολλοί τον είδαν να διασχίζει βιαστικός τους δρόμους της πόλης, μα κανένας δεν πρόλαβε να δει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Προς το πρωί, ο κύριος με τα μαύρα κοντοστάθηκε στην άκρη του λιμανιού, κοίταξε τον ουρανό που είχε καθαρίσει πια από τα σύννεφα και τότε έκλεισε την ομπρέλα του. Παρέμεινε για λίγο έτσι ακίνητος μπροστά τη θάλασσα μέχρι που η πρώτη κίτρινη ριπή του ήλιου που ανέτειλε τον χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 11, 2010

Η νεαρή σερβιτόρα

Στέκομαι μπροστά στο μπαρ. Μπροστά μου η νεαρή σερβιτόρα και πίσω της ο καθρέφτης και μέσα του όσοι πελάτες του μαγαζιού βρίσκονται πίσω μου. Καθώς με κοιτάει στα μάτια περιμένοντας να παραγγείλω σκέφτομαι πως έχουμε πίσω μας και μπροστά μας τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους. Με άλλα λόγια, πως είμαστε ο ένας καθρέφτης του άλλου. Απλές αντανακλάσεις, είδωλο ο ένας του άλλου. Φοβάμαι να κινηθώ γιατί το κορίτσι μπορεί να μείνει ακίνητο κι έτσι να πάψει να είναι το είδωλό, κι έτσι να χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Μα πιο πολύ φοβάμαι, μήπως ακολουθήσει την κίνησή μου, κι ίσως τότε αποδειχθεί πως εγώ η ίδια είμαι το κορίτσι που απλώς κοιτάει το είδωλό του μέσα στον καθρέφτη.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10, 2010

Ξύλινη πολυθρόνα

Καθισμένη σε μια ξύλινη πολυθρόνα στη μέση του χωραφιού το κορίτσι είναι νεαρό, γύρω στα είκοσι. Έχει ένα πρόσωπο στρογγυλό και μάγουλα κατακόκκινα. Φοράει ένα περίεργο καπέλο μπλε, μεγάλο που δεν ταιριάζει με τα καφετί ρούχα της. Στα χέρια της κρατάει ένα μεγάλο κέντημα. Αν και η πολυθρόνα είναι στραμμένη προς τη θάλασσα, το κορίτσι κοιτάει προς τα εμένα, και τα πλοία διασχίζουν τον ορίζοντα. Η θάλασσα είναι πολύ ήρεμη, άπνοια επικρατεί, όμως σιγά-σιγά πάνω στο χωράφι σηκώνεται αέρας. Το χορτάρι ρυτιδιάζει, φτιάχνει πράσινα κύματα που σιγά-σιγά παρασέρνουν το κορίτσι με την πράσινη πολυθρόνα. Το κορίτσι σηκώνει ψηλά τα χέρια του και το κέντημα γίνεται ιστίο. Τώρα πια η πολυθρόνα σχίζει γρήγορα το αγριεμένο χορτάρι και παρασύρει το κορίτσι προς τη θάλασσα. Εκείνη ξεμακραίνει από μένα, το χορτάρι δίνει τη θέση του στο πέλαγο, τα νερά την παρασύρουν στα βαθιά, εκεί που τα ταξιδεύουν τα πλοία. Στην κουπαστή μια γυναίκα βλέπει το κορίτσι καθισμένο σε μια ξύλινη πολυθρόνα στη μέση της θάλασσας. Αν και η πολυθρόνα της είναι στραμμένη προς το πλοίο, το κορίτσι κοιτάζει προς τη στεριά.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 06, 2010

Ας ληφθούν μέτρα

Πως διώχνει κανείς τη βαρυθυμία; Κάποτε είχαμε το νέφος, μα νομίζω πως αυτό το καινούργιο σύννεφο είναι πιο βλαβερό δια την υγεία.
Ένας δακτύλιος άραγε θα κάνει δουλειά; Δευτέρα, Τετάρτη, και Παρασκευή οι ζυγοί βαρύθυμοι. Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο οι μονοί. Κυριακή, γιορτή και σχόλη, ελεύθερον το κέντρο δια πάσα νόσο.